ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 3/10/2008

Εξομολόγηση στον Μισέλ Φάις για τα μυστικά της γραφής της.

«Δεν νομίζω ή μάλλον είμαι σίγουρη πως δεν έχω αλλάξει τον τρόπο που δουλεύω ένα κείμενο από τα πολύ μικρά μου χρόνια ώς σήμερα. Μπορεί μια εικόνα που βλέπω ή που μου έρχεται στο νου να σταθεί αφορμή για ένα διήγημα ή ακόμα για ένα μυθιστόρημα. Σαν κάποιες μικρές κάψουλες που τις βάζεις μέσα στο νερό κι αυτές ανοίγουν, μεγαλώνουν, μεγαλώνουν και γίνονται ολόκληρο τριαντάφυλλο.

Δεν κρατώ ποτέ πολλές σημειώσεις.  Μια λέξη, μια φράση.  Ποτέ όμως δεν κάθομαι να γράψω κάτι αν δεν το έχω σχεδόν όλο μέσα στο μυαλό μου.

Ετσι το πρώτο που έχω βρει είναι ο τίτλος και η τελευταία φράση που σχεδόν δεν έχει τύχει να την αλλάξω, όσο παράξενο και αν ακούγεται. Προπαντός αν δεν έχω βρει τον τίτλο, δεν ξεκινώ.  Περπατώντας, ταξιδεύοντας, στο αεροπλάνο ή στο τρένο, ακόμα και στο μετρό, συλλογιέμαι την ιστορία μου. Ένα ένα, μού παρουσιάζονται τα πρόσωπα. Πρώτα ο ήρωας ή η ηρωίδα και ύστερα φανερώνονται όλοι όσοι τους περιτριγυρίζουν.  Καμιά φορά, όταν αρχίσω πια το γράψιμο, μου βγαίνει χωρίς να το περιμένω ένα καινούριο πρόσωπο και τότε πρέπει να κλείσω τον υπολογιστή και να μην τον ξανανοίξω αν αυτή η νέα εμφάνιση δεν πάρει σάρκα και οστά.  Κι από την αρχή ξέρω αν θα μιλήσω στο πρώτο ή στο τρίτο πρόσωπο ή και στα δύο - όπως στην «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα».  Αν το βιβλίο είναι για παιδιά, που συνήθως είναι, τότε μου βγαίνει η θητεία μου στο Ωδείο Αθηνών, στη δραματική σχολή, και παίζω από μέσα μου τον ρόλο του παιδιού που παίρνω για ήρωά μου, γίνομαι το ίδιο το παιδί. Φαντάζομαι κάθε λεπτομέρεια που το αφορά, τόσο στον χαρακτήρα όσο και στην εξωτερική εμφάνιση.  Στην Κωνσταντίνακαι τις αράχνες της τόσο είχα ζήσει αυτό το κοριτσάκι που αφού κυκλοφόρησε το βιβλίο, περπατώντας μια μέρα σ' έναν δρόμο που περιγράφω, στο Ααχεν, Γερμανία, νόμιζα πως είδα τη μικρή ηρωίδα μου να 'ρχεται προς εμένα. Δεν με νοιάζει ο τόπος που γράφω.  Δεν θέλω τον ορισμένο δικό μου χώρο που χωρίς αυτόν δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Στη Μόσχα, στο Παρίσι ζούσαμε σε μικρά σπίτια.  Εγώ έγραφα στην κουζίνα, να έχω κι έννοια το φαγητό. Οταν απέκτησα σπίτι στο Πήλιο, όπου άλλος θόρυβος δεν ακούγεται πέρα από τ' αηδόνια που λαλούν και τα ρυάκια που τρέχουν, δεν μπόρεσα εκεί ούτε μια λέξη να γράψω.  Ο καλύτερος τόπος για να γράψω είναι οι Βρυξέλλες, όπου ζουν η κόρη μου και τα εγγόνια μου.  Εκεί τα σπίτια είναι συνήθως μεγάλα, με πολλούς ορόφους και πολλά δωμάτια.  Έχω το δωμάτιό μου, το γραφείο μου, μα αισθανόμουν πολύ απομονωμένη. Κατέβασα δοκιμαστικά τον υπολογιστή μου στον πρώτο όροφο, στην τραπεζαρία, κι έτσι ακούω τα παιδιά που πηγαινοέρχονται, μόνα ή με φίλους, μου δίνουν πεταχτά κανένα φιλί και δεν με ενοχλεί ούτε όταν παίζει ο εγγονός μου κιθάρα με τους φίλους του στο δωμάτιό του ή η εγγονή μου ντραμς!  Αφού εγώ περπατώντας σκέφτομαι με λεπτομέρειες το κεφάλαιο που θέλω να γράψω, τίποτε δεν μπορεί να μ' ενοχλήσει, εκτός από την απόλυτη ησυχία και τη μοναξιά.»