Η τέχνη των σκληρών χρόνων

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

ΤΟ ΒΗΜΑ  07/11/2010

Η Αλκη Ζέη αγαπάει την πατρίδα, τη ζωή, τον έρωτα και τις αναμνήσεις της. Τα διηγήματα του τελευταίου βιβλίου της με τίτλο Σπανιόλικα παπούτσια και άλλες ιστορίες είναι κυρίως αυτοβιογραφικά. Κάποια από αυτά θα μπορούσαν να είναι ένα πρωθύστερο λογοτεχνικό σημείωμα για την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, για να μάθουμε τι έγινε πριν από την κορύφωση του προσωπικού της δράματος. Προτιμάει να πιάσει το νήμα από πολύ πίσω, από τα πρώτα παιδικά της χρόνια, και να φθάσει στο σήμερα.

Η Αλκη Ζέη αρχίζει τις αναμνήσεις της από τα πολύ νεανικά, παιδικά της χρόνια. Ρίχνει κλεφτές νοσταλγικές ματιές, αναθυμάται τις τρέλες που έκανε με την αδελφή της, τα έξωμα φορεματάκια που έβαζε και για τα οποία τις κυνηγούσε ο μπαμπάς τους, την πρώτη «επανάστασή» τους που, αντί να πάνε να δουν την αντιπαθητική γιαγιά, προτίμησαν να πάνε βόλτα με το βαρκάκι κάποιου κυρίου Ξυνογλωσσάκη και άλλα πολλά. Είναι το πολύ παιδικό κομμάτι της ζωής γεμάτο τρυφερότητα, σκανδαλιά, πρώιμες απορίες, παιχνίδια και αγάπες με τον μπαμπά και τη μαμά.

Ενα άλλο κομμάτι των διηγημάτων της αφορά τη ζωή της ως νεαρής κοπέλας και τη γνωριμία της με τον μετέπειτα άντρα της, τον θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου. Και
εδώ κυριαρχούν η ανεμελιά, η αθωότητα της νιότης, η τσαχπινιά της νεαρής γυναίκας, η ζήλια και ο έρωτας. Με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου θα έρθει σε επαφή με μεγάλους καλλιτέχνες, αυτούς που εμείς σήμερα αποκαλούμε «ιερά τέρατα», όπως ο Κάρολος Κουν, ο Γιάννης Τσαρούχης, η Ελένη Χατζηαργύρη, ο Νίκος Γκάτσος κ.ά. Θα μπει σε έναν άλλον κόσμο, αυτόν της τέχνης. Μιλάει βέβαια για μια τέχνη φτωχή, η οποία γινόταν με ελάχιστα πράγματα και γι΄ αυτό είχε ένα φωτοστέφανο που ακόμη και σήμερα λάμπει.

Το βιβλίο όμως ξεκινάει με το σήμερα. Στο διήγημα με τον τίτλο «Οδός Λευκωσίας» η συγγραφέας, νιώθοντας ισχυρούς πόνους στη μέση, καταφεύγει σε έναν βελονιστή το θεραπευτήριο του οποίου είναι στην οδό Λευκωσίας, εκεί όπου για χρόνια έμενε η ίδια με την οικογένειά της, μέχρι που παντρεύτηκε και μετακόμισε λίγο πιο πάνω. Κάθε επίσκεψη στον βελονιστή, προσπερνώντας μαύρους παράνομους πωλητές και ξανθές κυρίες, είναι μια καταβύθιση στη νεανική ηλικία, στα χρόνια της Κατοχής, του Εμφυλίου και μετά, με τη συμμετοχή στην ΕΠΟΝ, τα πάρτι και τις καλλιτεχνικές παρέες. Αυτές και αν είναι γεμάτες με λαμπερά ονόματα: Βασίλης Ρώτας, Πέλος και Αλέκα Κατσέλη, Γιάννης Μαρής, Λέων Κουκούλας, Νίκος Καββαδίας, Διδώ Σωτηρίου αλλά και άλλα άτυχα ονόματα όπως ο εκτελεσμένος με τον Μπελογιάννη Δημήτρης Μπάτσης, η ταλαιπωρημένη πολλάκις Ελλη Παππά και άλλοι πολλοί. Μια ολόκληρη εποχή ανασταίνεται σε αυτό το εκτενές διήγημα.

Η Αλκη Ζέη δεν αναθυμάται τα περασμένα σήμερα τυχαία στην εποχή της κρίσης. Τα ανακαλεί και τα βάζει να λειτουργούν αντιστικτικά. Οι αξίες μιας εποχής σε σύγκριση με την εποχή μας, της έκπτωσης των αξιών. Η τέχνη των σκληρών χρόνων που δημιουργείτο υπόγεια με ελάχιστα μέσα σε σύγκριση με την εύκολη μιντιοκρατούμενη τέχνη. Οι παθιασμένοι καλλιτέχνες εναντίον των σημερινών lifestyle καλλιτεχνών. Μια πικρή ματιά που όσο κι αν απαλύνεται από τη νοσταλγία δεν παύει να είναι ένα επίκαιρο όσο και αιχμηρό σχόλιο στο σήμερα.

Λογοτεχνικό νυστέρι
Οι αυτοβιογραφίες είναι ένα είδος ελκυστικό όταν ο αυτοβιογραφούμενος έχει να πει σημαντικά πράγματα.Πόσω μάλλον όταν αυτή είναι η Αλκη Ζέη,η οποία έχει ζήσει μια σχεδόν μυθιστορηματική ζωή, περιπλανώμενη σε τρεις χώρες, κυνηγημένη, με παρέες που έγραψαν ιστορία και που επηρέασαν την πολιτιστική και την πολιτική ζωή του τόπου.Την Αλκη Ζέη τη γνωρίζαμε από χρόνια όταν διαβάζαμε το περίφημο «Καπλάνι της βιτρίνας»,τον «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου»και το «Κοντά στις ράγες»,βιβλία που δεν άφησαν κανένα παιδί ασυγκίνητο.Την πραγματική ζωή της τη γνωρίσαμε πολύ αργότερα με το μυθιστόρημά της «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα».Εκεί έβαλε βαθιά το λογοτεχνικό νυστέρι στην προσωπική ζωή της και φανέρωσε μύχιες σκέψεις, που όμως αντικαθρέφτιζαν διαψευσμένες ελπίδες,ατομικές και συλλογικές προδοσίες,κατεδαφίσεις πριν από την ολική κατεδάφιση.Σημειωτέον ότι γράφτηκε πριν από την περεστρόικα και έκανε τεράστια αίσθηση στον κόσμο που σχετιζόταν με την Αριστερά.