Πεζογραφία ορόσημο

Της Ελισάβετ Κοτζιά

Άρθρο δημοσιευμένο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 22/12/2002

Τέλος εποχής.  Αυτό που όλοι γνωρίζουμε γιατί το βιώνουμε αδιάκοπα, η Άλκη Ζέη το αποτυπώνει στις σελίδες της πεζογραφίας της.  Και με απέραντη γενναιοδωρία παραδίδει, εκ μέρους όσων έζησαν και κατέγραψαν το ελληνικό πολιτικό άγος της τεσσαρακονταετίας 1936-1974, τη σκυτάλη στους πολύ νεότερους, σε εκείνους για τους οποίους ο κόσμος είναι ακατανόητα βάρβαρος όχι εξ αιτίας των γερμανικών αγριοτήτων, του εμφυλιοπολεμικού δράματος ή των βασανιστηρίων της επτάχρονης δικτατορίας αλλά για λόγους εντελώς διαφορετικούς. 

Ανάμεσα στην Ελλάδα εκείνης της εποχής και στη σημερινή Ελλάδα έχουν μεσολαβήσει έτη φωτός. Και η σημασία του νέου μυθιστορήματος της Άλκης Ζέη Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της βρίσκεται όχι μόνο στο ότι ασχολείται με σημερινά προβλήματα αλλά και στο ότι τα αντιμετωπίζει μέσα από το πρίσμα των διλημμάτων και ηθικών ιεραρχήσεων των παλαιότερων ανθρώπων.  Με αποτέλεσμα να θέτει ζητήματα πρωταρχικά: κάθε περίοδος, κάθε γενιά, κάθε κοινωνική ομάδα υποφέρει από τους δικούς της εφιάλτες και έχει ανάγκη από τα δικά της ηθικά αναστήματα. τι είναι ηρωισμός, αυτοθυσία, γενναιότητα αποτελούν έτσι υποθέσεις απελπιστικά σχετικές.

Κάθε υποκείμενο διαθέτει την αξιοπρέπεια του δικού του δράματος.  Ας είμαστε δίκαιοι και σεμνοί.  Η δεκατριάχρονη Κωνσταντίνα επιστρέφει από τη Γερμανία στην Αθήνα να ζήσει με τη γιαγιά της ώσπου να τακτοποιηθούν οι χωρισμένοι της γονείς.  Από τη γενναιόδωρη ομορφιά της πόλης του Άαχεν και ανέφελη, όπως πίστευε, οικογενειακή της ευτυχία πέφτει στην καταθλιπτική Κυψέλη και στην απολύτως αδύναμη να κατανοήσει οτιδήποτε εκτός από τα ηρωικά χρόνια της Εθνικής Αντίστασης αριστερή αγωνίστρια γιαγιά.  Τα γαλάζια χαπάκια, που από ποικίλες συγκυρίες θα φθάσουν στα χέρια της, άνευ συναισθήσεως μες στη συνολική της σύγχυση, θα την οδηγήσουν στα ναρκωτικά.

Ανήκω σε εκείνους που αδυνατούν να κατανοήσουν τη διαφορά ανάμεσα στην παιδική-εφηβική λογοτεχνία και στη λογοτεχνία για ενήλικες.  Η λογοτεχνία είναι μία και από τα κείμενά της ορισμένα απευθύνονται ταυτοχρόνως σε εφήβους ή και σε παιδιά.  Αλλά ποτέ μόνον σε αυτούς - τη λογοτεχνία που μπορούν να διαβάσουν ο έφηβος και το παιδί, μπορεί κάλλιστα να τη διαβάσει και ο ενήλικας.  Γι' αυτό θεωρώ ότι η Άλκη Ζέη ανήκει στην μεταπολιτευτική μας λογοτεχνία όχι μόνον εξ αιτίας του μυθιστορήματος Η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (1987) αλλά και με τα περίφημα Το καπλάνι της βιτρίνας (1963), Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου (1971) και το σημερινό Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της.

Πού βρίσκεται η σημασία των τριών αυτών έργων;  Όλες οι ιστορίες εκφράζονται μέσα από τη ματιά ενός παιδιού, ματιά αθώα και αφελή, καθώς της λείπει η μεταγενέστερη εμπειρία.  Ούτε στιγμή, ωστόσο, ο αφηγητής δεν κάνει παραχωρήσεις υιοθετώντας απέναντι στα παιδιά αυτά στάση διδακτική ή συγκαταβατική.  Διότι τα προβλήματα με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι οι ήρωες της Ζέη ανήκουν στα άλυτα ζητήματα της ανθρωπότητας μπροστά στα οποία παρά τις γνώσεις και την πείρα του, κάθε ενήλικας παραμένει κι αυτός βουβός: με τον όλεθρο του φασισμού η Μέλια στο Καπλάνι, με τη λαίλαπα του πολέμου ο Πέτρος στον Μεγάλο περίπατο,  με την ολοκληρωτική καταστροφικότητα των ναρκωτικών η Κωνσταντίνα.

Τι μπορεί να καταλάβει μια φανατική αριστερή ηρωίδα από έναν κόσμο όπου ο εχθρός δεν έχει τις κάννες των όπλων στραμμένες καταπάνω σου αλλά βρίσκεται μέσα σου. από το ότι τα πρόσωπα χωρίς μάτια, τα σώματα χωρίς κεφάλι, τα στήθη με κομμένες ρώγες δεν αποτελούν βασανιστήρια στην Μπουμπουλίνας αλλά συμβολικές απεικονίσεις μέσω των οποίων εκφράζεται αυτό που υποφέρει;  Με απαράμιλλο χιούμορ η ανυπότακτη Κωνσταντίνα προκαλεί τη γιαγιά της συγχέοντας επί τούτου τον Κολοκοτρώνη με τον Γιάννη Ρίτσο.  Το παρελθόν που για πολλούς είναι ακόμα ζωντανό, για άλλους αποτελεί ιστορία, και από τη σκοπιά της, η εξανεστημένη Κωνσταντίνα μπορεί και να 'χει δίκιο - Κολοκοτρώνης και Ρίτσος μαι γενιά!

Η Άλκη Ζέη χρησιμοποιεί μια αφηγηματική τεχνική χαμηλού τόνου.  Το δράμα που εξιστορεί δεν εκτίθεται με αμεσότητα αλλά καθίσταται σαφές στον αναγνώστη μέσω της υποβολής: το εύρημα της πληγωμένης κουκουβάγιας αριστοτεχνικά περιγράφει το αραχνιασμένο κενό μέσα στο οποίο τα προσωπά της παλεύουν από κάπου να πιαστούν, θύματα και την ίδια στιγμή θύτες που, θέλοντας να σώσουν και να σωθούν, ταυτόχρονα παρασύρουν εξίσου τον εαυτό τους και τους άλλους στην καταστροφή.