Οι επίμονοι κομπάρσοι της ιστορίας

του Γιάννη Παπαθεοδώρου

περιοδικό διαβάζω, τεύχος 528, Απρίλιος 2012

Τα καλά βιβλία δεν κρύβουν την ηλικία τους. Διαβάζονται από τις νέες γενιές αναγνωστών σαν να είναι, κάθε φορά, καινούργια –ή μάλλον σαν να έρχονται από μακριά για να γίνουν ξανά καινούργια. Από αυτήν την άποψη, είναι καλοδεχούμενη η επανέκδοση της Αρραβωνιαστικιάς του Αχιλλέα, επειδή επικαιροποιεί τις συζητήσεις μας γύρω από το βιβλίο της Άλκης Ζέη. Παρόλα αυτά, και οι δικές μας αναγνώσεις έχουν τις δικές τους χρονίσεις. Πώς ξαναδιαβάζουμε σήμερα, την εποχή των «μεγάλων καταρρεύσεων», ένα βιβλίο που «βγαίνει» από την εποχή των «μεγάλων διαψεύσεων»;

Κι ακόμη: πώς μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα για εκείνους τους «επίμονους κομπάρσους» που διηγούνται τις ιστορίες τους, όταν η Ιστορία –έτσι, τουλάχιστον, όπως εκείνοι τη θέλησαν και τη νοηματοδότησαν- άλλαξε δραματικά, σε μια κατεύθυνση που οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν φανταστεί; Τα ερωτήματα αυτά γίνονται πιο επιτακτικά, αν συνυπολογίσουμε ένα ακόμη δεδομένο. Οι ζωές, οι γραφές και οι μαρτυρίες των ελλήνων αριστερών πολιτών αποτελούν, νομίζω, ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της νεοελληνικής κουλτούρας, ακριβώς επειδή αποτυπώνουν όχι μόνο το «βάρος της ιστορίας» αλλά και τις διαρκείς απόπειρες για τη μετάπλαση αυτών των βιωμάτων σε καλλιτεχνική δημιουργία, και μάλιστα συχνά με όρους αισθητικής καινοτομίας και ιδεολογικής ανανέωσης. Σε τούτη την περίπλοκη σχέση ιστορίας και λογοτεχνίας θα ήθελα να σταθώ, με αφορμή το βιβλίο της Άλκης Ζέη.


Στον καιρό της, η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα διαβάστηκε πολύ και φανατικά από τις αναγνωστικές κοινότητες της Αριστεράς, ακριβώς γιατί ήταν ένα βιβλίο που συνδύαζε τρεις βασικές αφηγηματικές αρετές. Πρώτον, συμπύκνωνε την ιστορία μιας γενιάς που, στις ταραγμένες δεκαετίες του νεοελληνικού βίου (1940-1970), επέλεξε, με βαρύ τίμημα, «να αλλάξει τον κόσμο». Πίσω από την αφήγηση της ηρωίδας μπορούσε κανείς να διακρίνει συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές, στάσεις απέναντι στη ζωή και το θάνατο, με άξονα τη στράτευση που επέβαλε η αρχική αυτή επιλογή. Εμπεριείχε, δηλαδή, έναν τύπο λογοτεχνικού ήρωα που αντιστοιχούσε στον ιδεότυπο του μεταπολεμικού αριστερού πολίτη, στα χρόνια της κοινωνικής δοκιμασίας. Δεύτερον, η αφήγηση επικεντρωνόταν σε μια τολμηρή θεματική, που ευνοούσε την ανάδειξη ορισμένων αποσιωπημένων πλευρών της ιστορίας των ελλήνων  κομμουνιστών, οι οποίοι μέχρι τότε ανήκαν μόνο στο αρχείο των προφορικών παραδόσεων (με ισχυρές δόσεις λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας). Από αυτήν την άποψη, η αφήγηση αφορούσε την ίδια την κριτική και τον αναστοχασμό του αριστερού κινήματος. Τέλος, η αναπαράσταση των τραυματικών αυτών γεγονότων και δεκαετιών γινόταν με ένα νέο τόνο της φωνής και με ένα νέο λογοτεχνικό ύφος, που έμοιαζε να έχει απορρίψει προγραμματικά την επική αφήγηση. Εμβληματικά στοιχεία αυτής της αποδραματοποιημένης εκδοχής της ιστορίας ήταν η τεχνική της «απομυθοποίησης» μέσω του ίδιου του αναγνωρίσιμου μύθου, όσο και η ανατροπή της έμφυλης παραδοσιακής ιεραρχίας. Στο προσκήνιο της αφήγησης βρίσκεται η Δάφνη (που την έλεγαν Ελένη) και όχι ο συμβολικός και συμβολοποιημένος «καπετάνιος» Αχιλλέας.


Ο δρόμος βέβαια για ανάλογους αφηγηματικούς πειραματισμούς είχε ήδη ανοίξει από τη δεκαετία του ’60. Θυμίζω ενδεικτικά ότι με τη συμβολή του Τσίρκα, του Χατζή αλλά και του Αλεξάνδρου, η μεταπολεμική πεζογραφία είχε ήδη υπερβεί οριστικά το άγχος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (και των παραφυάδων αυτού) για να συναντηθεί με νεωτερικές τεχνικές της αφήγησης που εμπλούτιζαν και την ιστορική οπτική της λογοτεχνίας. Ας μην το ξεχνάμε: στο βαθμό που διαχειρίζονται τις ιστορικές αναπαραστάσεις, οι μεταπολεμικοί λογοτέχνες είναι, κατά κάποιον τρόπο, και ιστορικοί: η μαρτυρία τους εμπεριέχει το πραγματολογικό υλικό των γεγονότων αλλά και την κειμενική  επένδυση των γεγονότων αυτών, με αποτέλεσμα η λογοτεχνική παραγωγή να αποτελεί μια ιδιαίτερη σημειωτική γλώσσα για το ιστορικό παρελθόν, μια γλώσσα όχι μόνο με αισθητικό φορτίο αλλά και με ιστοριογραφικό περιεχόμενο.


Πάνω σε αυτό το γόνιμο έδαφος πατάει και η αφήγηση της Ζέη, όχι για να αναφερθεί απλώς στη «γενιά της θυσίας" αλλά για να αναδείξει εκείνες τις όψεις της υποκειμενικότητας που διαμόρφωσε αυτή η συλλογική εμπειρία: τις ματαιώσεις, τις ακυρώσεις, τις διαψεύσεις, τις αλλεπάλληλες ρήξεις και συγκρούσεις στο εσωτερικό των ιδεολογικών αυτών διαδρομών. Η μνήμη, βασικός μηχανισμό της αφήγησης και κύριος αγωγός των προβληματισμών, γίνεται έτσι το κύριο όχημα για να αναδειχθεί η πολιτική και ατομική διαδικασία: οι αναντιστοιχίες ανάμεσα στο αρχικό επαναστατικό όραμα και στις παραμορφωτικές πρακτικές του, η αντιφατική πορεία ανάμεσα στο πρότυπο του «νέου τύπου ανθρώπου» και στο «ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» στοιχείο της ύπαρξης, η διαφορά ανάμεσα στο σχεδιασμό μια επιθυμητής Ιστορίας και την ενδεχομενικότητα των δρόμων που πήραν οι μικροϊστορίες των ανθρώπων αυτής της γενιάς. Για να το πω κάπως συνθηματικά: η Αρραβωνιαστικιά επιχειρεί να κάνει έναν απολογισμό της τριακονταετίας, έχοντας ήδη αντικαταστήσει τις βεβαιότητες με ερωτηματικά. Κυρίως όμως επιλέγει να κάνει αυτόν τον απολογισμό με τη γνώση και την αυτοσυνειδησία του «κομπάρσου», σε ένα έργο που συχνά η σκηνοθεσία και οι ρόλοι είναι ήδη δοσμένοι σε άλλους. Χρειάζεται, άραγε, να θυμίσει κανείς πως εκείνο το «τρένο της φρίκης» ήταν γεμάτο από επιβάτες στον 20ο αιώνα;


Ας μη βιαστούμε ωστόσο να θεωρήσουμε την Αρραβωνιαστικιά ως ένα ακόμη βιβλίο καταγγελίας του κομμουνισμού, σαν όλα αυτά που εύκολα γράφονται και εκδίδονται στις μέρες μας, παραδομένα στην κρυφή γοητεία των στερεοτύπων. Θα μου επιτρέψετε να παραθέσω ένα σύντομο απόσπασμα από μια πρόσφατη συνέντευξη της συγγραφέως:


«Τόλμησα να μιλήσω για πράγματα που ήταν ταμπού και είμαι ευτυχής που τα είπα, προτού να γίνει η περεστρόικα. Τα είχα ζήσει από κοντά η ίδια και δεν μου τα αφηγήθηκαν άλλοι. Γι’ αυτό έπεισα.» Ας κρατήσουμε στο νου μας αυτήν την παράμετρο. Πόσες και τι είδους μαρτυρίες έχουμε από τους έλληνες αριστερούς συγγραφείς για τη ζωή που ζήσανε στις κοινωνίες της πολιτικής προσφυγιάς; Και στο βαθμό που έχουμε τέτοιες μαρτυρίες, πόσες από αυτές υιοθετούν μια κριτική ματιά για την πολιτική και κοινωνική καθημερινότητα του «υπαρκτού»; Δεν είναι της ώρας να ανοίξουμε αυτό το μεγάλο ζήτημα, αλλά καλό είναι να σημειωθεί πως η Άλκη Ζέη τόλμησε να θίξει όχι μόνο τα «οικεία κακά» αλλά κυρίως το ίδιο το σοβιετικό κοινωνικό μοντέλο, έχοντας γνώση –και, σε ένα βαθμό, κριτική αποδοχή- της ζωής στον «σοσιαλιστικό παράδεισο».


Ο ιστορικός της λογοτεχνίας σήμερα δεν μπορεί παρά να συνδέσει τις κρίσιμες χρονολογίες. Όταν το 1987 εκδίδεται η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, η επιτάχυνση των ιστορικών γεγονότων έχει ήδη ξεκινήσει με πυκνού ρυθμούς. Μέχρι την αρχή της δεκαετίας του ’90, η πρώση του Τείχους και η κατάρρευση του «υπαρκτού» θα οδηγήσει εκατομμύρια ανθρώπους που είχαν ζήσει την εμπειρία του κομμουνισμού σε καταστάσεις ανάλογες με αυτές που περιγράφει η Άλκη Ζέη στο βιβλίο της. Σήμερα, που η «μνήμη του κομμουνισμού» έχει οδηγήσει σε λογής-λογής εκ των υστέρων αυτοδικαιώσεις μέσω της καταγγελίας ή του ιδεολογικού εξορκισμού, το βιβλίο της Άλκης Ζέη μας βοηθάει να καταλάβουμε τα πρόσωπα και τα πράγματα της εποχής, μέσα στις ιστορικές τους συνάφειες. Και είναι αυτή η αίσθηση της ιστορίας που μας υπενθυμίζει σήμερα πως οι διαδρομές των αριστερών αγωνιστών «δεν είναι φτιαγμένες με αθωότητα». Οι σκληροί αγώνες στους οποίους είχαν εμπλακεί προϋπέθεταν ισχυρές αντοχές στις αντιπαραθέσεις με υπαρκτούς και επινοημένους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς. Η απόκλιση από την επαναστατική ορθότητα οδηγούσε κάποτε σε διαδικασίες στιγματισμού της ετεροδοξίας. Κάποτε και στην πλήρη εξόντωση των συντρόφων. Η  Άλκη Ζέη γνωρίζει αυτόν τον κόσμο, σε όλες του τις εκδοχές: από την επονίτικη «έφοδο στον ουρανό» ως την τελική συντριβή των ανθρώπων κάτω από την κομματική επιτήρηση και τιμωρία.
Η κομπάρσος που πρωταγωνιστεί στην Αρραβωνιαστικιά είναι ένα «βουβό πρόσωπο» της ιστορίας. Ο ρόλος της δεν έχει λόγια. Η καταφυγή στη μνήμη είναι ο μόνος δρόμος για να αφηγηθεί την εμπειρία της και την εμπειρία της γενιάς της, προσπαθώντας να βρει το νόημα της ιστορίας. Αλλάζοντας ονόματα και ρόλους στους οποίους ποτέ δεν χώρεσε ακριβώς, η «αρραβωνιαστικιά» θα παραμείνει κριτική χωρίς να είναι εκδικητική απέναντι σε ό,τι της όρισε η εποχή της. Κι είναι ακριβώς αυτός ο τίτλος της «αρραβωνιαστικιάς» που εξασφαλίζει στο βιβλίο το ηθικό του πρόσημο: ένα σήμα της μνήμης για όλες εκείνες τις ξεχασμένες ιστορίες των γυναικών που θεώρησαν ότι η πίστη τους στον αγώνα υπερβαίνει υποχρεωτικά την ατομικότητά τους, έστω κι αν αυτό οδηγεί στην αλλοτριωτική αποδοχή ότι θα ζούσαν τη ζωή τους ως «άλλες», μαζί με τις ζωές των «άλλων».


Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων